αποσκευάζω

αποσκευάζω
(AM ἀποσκευάζω)
(-ομαι) αποπατώ
αρχ.-μσν.
φρ. «ἀποσκευάζω γυμνόν» — απογυμνώνω κάτι, το στερώ από κάτι που του χρειάζεται
αρχ.
(-ομαι)
1. αφαιρώ την επίπλωση ή τα σκεύη
2. ετοιμάζω τις αποσκευές μου και αναχωρώ
3. ξεφορτώνομαι, απαλλάσσομαι από κάποιον ή κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἀποσκευάζω — pres subj act 1st sg ἀποσκευάζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεσκευασμένα — ἀποσκευάζω perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀπεσκευασμένᾱ , ἀποσκευάζω perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀπεσκευασμένᾱ , ἀποσκευάζω perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευάζῃ — ἀποσκευάζω pres subj mp 2nd sg ἀποσκευάζω pres ind mp 2nd sg ἀποσκευάζω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευάσει — ἀποσκευάζω aor subj act 3rd sg (epic) ἀποσκευάζω fut ind mid 2nd sg ἀποσκευάζω fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευάσῃ — ἀποσκευάζω aor subj mid 2nd sg ἀποσκευάζω aor subj act 3rd sg ἀποσκευάζω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευῶν — ἀποσκευάζω fut part act masc voc sg ἀποσκευάζω fut part act neut nom/voc/acc sg ἀποσκευάζω fut part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀποσκευή removal fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεσκευάσμεθα — ἀποσκευάζω plup ind mp 1st pl ἀποσκευάζω perf ind mp 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευαζόμεθα — ἀποσκευάζω pres ind mp 1st pl ἀποσκευάζω imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευαζόμενον — ἀποσκευάζω pres part mp masc acc sg ἀποσκευάζω pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσκευασαμένων — ἀποσκευάζω aor part mid fem gen pl ἀποσκευάζω aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”